ΟΧΙ ΣΤΗΝ ‘ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ’: ΔΙΑΔΗΛΩΣΗ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ, ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 18 ΜΑΙΟΥ, 12.30 μμ

.

18 Μαϊου 2018

.
Με την Ψυχική Υγεία σε κατάρρευση και την ψυχιατρική πρακτική, στον δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, να γίνεται ανεξέλεγκτα κατασταλτική, το Υπουργείο Υγείας ετοιμάζει, ως απάντηση, την εισαγωγή και εφαρμογή και στην Ελλάδα, της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα».

Με εισήγηση ψυχιάτρου και εντολή εισαγγελέα, η/ο «ασθενής», που θα πρέπει να έχει δηλώσει αρμοδίως την ακριβή της/του διαμονή (όπως οι κρατούμενοι με έκτιση ποινών εκτός φυλακής), θα λαμβάνει υποχρεωτικά την φαρμακευτική της/του αγωγή – διαφορετικά, θα εισάγεται σε ψυχιατρική κλινική με την διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. Μια ζωή, δηλαδή, σε διαρκή επιτήρηση και έλεγχο.

Μια ακόμα «επιτροπή σοφών» του Υπουργείου – σαν αυτές που μας έφτιαξαν την λεγόμενη «διοικητική μεταρρύθμιση, αλλά και το «ειδικό ψυχιατρικό τμήμα» (φυλακή) για τους «ακαταλόγιστους ασθενείς» – η οποία, αυτή τη φορά, συγκροτήθηκε σε σκοπό να «μειώσει» τις ακούσιες νοσηλείες, που ανέρχονται στο 65% περίπου των εισαγωγών (με την παρέμβαση πάντα της αστυνομίας), βρήκε σαν μόνη απάντηση (που ήταν, βέβαια, και οδηγία των Βρυξελλών) την διάχυση των κατασταλτικών πρακτικών και εκτός ψυχιατρικής μονάδας : με την θεσμοθέτηση της εν δυνάμει και ανά πάσα στιγμή μεταφοράς των πρακτικών του ψυχιατρείου μέσα στην κοινωνία.

Πρόκειται για μια πρωτοφανή κατασταλτική μετάλλαξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας, στη βάση της κυρίαρχης βιολογικής ψυχιατρικής και της αγαστής συνεργασίας της με το βιο-φαρμακοβιομηχανικό σύμπλεγμα και τα ενέσιμα σχήματα που αυτό προωθεί στην αγορά – και, μέσω της κυρίαρχης ψυχιατρικής, στο σπίτι της/του κάθε ασθενούς, ή και εν δυνάμει ασθενούς.

Σ΄ ένα τόπο όπου η ψυχιατρική μεταρρύθμιση αποτέλεσε κενό γράμμα, η προετοιμαζόμενη εφαρμογή της «υποχρεωτικής θεραπείας στην κοινότητα», φαίνεται να προωθείται και ως το υποκατάστατο του στεγνά διοικητικού κλεισίματος των ψυχιατρείων που ετοιμάζουν, με το σύνηθες λεκτικό πυροτέχνημα περί «ολοκλήρωσης της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης», την ίδια στιγμή που δεν διατυπώνεται καμία αμφισβήτηση των ασυλικών πρακτικών, δεν ανοίγει καμία συζήτηση για τις μηχανικές καθηλώσεις, για τους θανάτους στα ψυχιατρεία ως αποτέλεσμα βίαιων πρακτικών, δεν διερευνούνται στο ελάχιστο δυνατότητες πέραν του φαρμακευτικού μονόδρομου. Αντίθετα προωθούνται νεοφιλελεύθερες πολιτικές κλεισίματος ή/και συρρίκνωσης των ψυχιατρείων, πάντα συνυφασμένες με τη μείωση του προσωπικού, την επισφάλεια των θέσεων εργασίας κλπ, προτείνονται διοικητικού τύπου αλλαγές στην κατεύθυνση της περιστολής των δαπανών, της διάλυσης υπαρχόντων θεραπευτικών ομάδων, κατακερματισμού και αναδιάταξης μονάδων χωρίς κανένα θεραπευτικό στόχο.

Ο μόνος τρόπος για να μην περάσουν και να μη βρουν εφαρμογή οι νέες κατασταλτικές νομοθεσίες είναι η αμφισβήτησή τους «από τα κάτω», μέσα από την κινητοποίηση των άμεσα ενδιαφερομένων, ατόμων με ψυχιατρική εμπειρία, οικογενειών, λειτουργών ψυχικής υγείας, κοινωνικών συλλογικοτήτων.

ΟΛΕΣ/ΟΛΟΙ ΣΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟ ΥΓΕΙΑΣ

(Αριστοτέλους 17)

ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ, 18 ΜΑΙΟΥ 2018, 12.30 μμ.

Η ‘ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΣΤΗΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ’ ΔΕΝ 

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙ

ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΟΛΥΜΟΡΦΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗΝ  ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

.

.

.

.

Advertisements

Κάλεσμα σε συνάντηση του «Δικτύου ‘Ψ’» : Παρασκευή 9/2 ώρα 19.00

.

Την Παρασκευή, 9/2, ώρα 19.00 θα γίνει συνάντηση του «Δικτύου για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία», το οποίο, ως γνωστόν, λειτουργεί στα πλαίσια της Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία.
 .
Υπάρχουν διάφορα ζητήματα που έχουν προκύψει από αιτήματα τα οποία έχουν υποβληθεί στο Δίκτυο Ψ και που πρέπει να συζητηθούν εκτενώς.
 .
Επίσης, θα συζητηθούν ζητήματα που αφορούν στην οργάνωση της εκδήλωσης για την «ακούσια νοσηλεία», που έχει προγραμματιστεί για τις αρχές Μαρτίου. Καλούμε όλους και όλες να πάρουν μέρος στη συζήτηση αυτή.
 .
Η συνάντηση θα γίνει, όπως πάντα, στον χώρο του Δικτύου Hearing Voices Αθήνας, Τροίας 44 (κοντά στην πλ.Βικτωρίας).
 

.

.

.

.

.

ΜΙΑ ΟΦΕΙΛΟΜΕΝΗ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΕΨΕ

 

Με αφορμή την πρόσφατη απάντηση της ΕΨΕ στο κείμενο που δημοσιεύσαμε με τίτλο «Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή» αποφασίσαμε να επανέλθουμε προκειμένου να σχολιάσουμε την επιπολαιότητα με την οποία ένας θεσμικός φορέας σχολιάζει ζητήματα τόσο σημαντικά όπως ο (χρόνιος) εγκλεισμός ανθρώπων σε δημόσια ψυχιατρικά νοσοκομεία και να διευκρινίσουμε μερικά σημεία. Καταρχάς το γεγονός ότι το κείμενο αποδίδεται στο μέλος της συλλογικότητάς μας Θ. Μεγαλοοικονόμου δείχνει πως οι συντάκτες της απάντησης είτε δεν διάβασαν το κείμενο μέχρι το τέλος, όπου βρίσκεται και η υπογραφή του Δικτύου ‘Ψ’ για τα Δικαιώματα, είτε η προσπάθειά τους “να διαβάσουν πίσω από τις γραμμές” απέτυχε οικτρά, κάτι που γίνεται φανερό και από τον τρόπο με τον οποίο αποπειράθηκαν να αξιοποιήσουν το κείμενό μας.

Είναι γνωστό, τουλάχιστον για ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων με ψυχιατρική εμπειρία, πως οι έννοιες «δικαίωμα» και «νοσηλεία» είναι μάλλον ασύμβατες. Εξάλλου, όλα αυτά τα χρόνια, η όποια αναφορά στη «διασφάλιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» έχει καταλήξει να αποτελεί τον απαραίτητο “μαϊντανό” στους καταστατικούς σκοπούς των φορέων (Οργανισμών, Επιτροπών, Ενώσεων κ.ά), που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας. Κι’ ενώ το καταστατικό της ΕΨΕ μιλάει για «προάσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» φαίνεται πως, ειδικά για το Διοικητικό Συμβούλιο, δεν χρειάζεται να γίνει κανένα σχόλιο για, τουλάχιστον, τα πιο σημαντικά από τα γεγονότα που περιγράφονται στο κείμενό μας. Δεν δίνεται, λοιπόν, καμία απάντηση στο αν η ΕΨΕ δικαιολογεί, στις αναφερόμενες “ειδικές συνθήκες διαχείρισης των προβλημάτων του Χ.Δ.”, να περιλαμβάνεται και ο επί 25 μήνες εγκλεισμός και απομόνωσή του κι’ αν, τελικά, είναι “εύλογο και αναμενόμενο” να περιμένουμε τα ακόμα χειρότερα.

Αναρωτιόμαστε εύλογα αν η παρουσία στο Δ.Σ. του θεράποντος ψυχιάτρου του Χ.Δ, καθώς και ενός ακόμα ψυχιάτρου, επιμελητή στο τμήμα του οποίου διευθυντής είναι ο προαναφερόμενος θεράπων ψυχίατρος, δημιουργεί ζητήματα δεοντολογίας, ηθικά ζητήματα και εν τέλει «σύγκρουση συμφερόντων».

Εξάλλου η επιπολαιότητα με την οποία οι συντάκτες της απάντησης τεκμαίρουν την βαρύτητα μιας νόσου στη βάση μιας δικαστική απόφασης, σε συνδυασμό με το δόγμα περί ανίατης χρόνιας νόσου, μας κάνει να πιστεύουμε πως δεν είναι απίθανο να έχουμε στο μέλλον και ισόβιες απομονώσεις.

Από πού προκύπτει και ποια επιστημονική βάση έχει ο ισχυρισμός ότι αυτοί «που κρίθηκαν “ακαταλόγιστοι”…για μια ακραία πράξη όπως η ανθρωποκτονία είναι αυτοί που πάσχουν βαρύτερα, έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες υποτροπής, μεγαλύτερο κίνδυνο βίαιης συμπεριφοράς και απαιτούνται υψηλότεροι βαθμοί ασφαλείας»; Δεν γνωρίζουν οι συντάκτες της απάντησης ότι μόνο ένα πολύ μικρό ποσοστό των όσων έχουν διαπράξει εγκληματική πράξη, για την οποία κρίθηκαν «ακαταλόγιστοι», έχουν επαναλάβει, ή αποπειραθεί να επαναλάβουν παρόμοια πράξη μετά την έξοδο τους από το καθεστώς φύλαξης; Ότι για όλους αυτούς που παραμένουν για απροσδιόριστη περίοδο χρόνου σε καθεστώς φύλαξης, η αιτία δεν είναι η όποια «επικινδυνότητα» τους, αλλά η απουσία υποστηρικτικού πλαισίου και η άρνηση/αδυναμία των θεραπευτών (και του συστήματος των υπηρεσιών) για μια ολοκληρωμένη μετανοσοκομειακή φροντίδα;

Υπάρχει «ατομικό θεραπευτικό πρόγραμμα» για τον Χ.Δ, πέρα από τα φάρμακα, τις μηχανικές καθηλώσεις, την απομόνωση – και, προσφάτως, τον αραιό και ολιγόωρο προαυλισμό του με συνοδεία σεκιουριτάδων;

Είναι έστω και στοιχειωδώς θεραπευτική προσέγγιση αυτή που γίνεται με την συνομιλία, πχ, ψυχολόγου με τον Χ.Δ. μέσα από μια τρύπα πάνω στην κλειδωμένη πόρτα που τους χωρίζει;

Επίσης, αναρωτιόμαστε αν για την ΕΨΕ συνάδει, τουλάχιστον σύμφωνα με τον “επιστημονικό λόγο”, θεράποντες ιατροί να ζητούν με ένορκες καταθέσεις τους, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να κινηθεί σε βάρος των γονέων του ασθενούς Χ.Δ. η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. Να ‘διδάσκει’, δηλαδή, η ψυχιατρική την ευρύτερη κοινωνία ότι, με όποιον διαφωνούμε τον «κλείνουμε μέσα».

Από την άλλη πάλι, μάλλον όλα αυτά μοιάζει απολύτως λογικό να εκφέρονται από τον θεσμικό φορέα της κυρίαρχης ψυχιατρικής αντίληψης, μιας και έννοιες όπως ‘θεραπευτική συμμαχία’, ‘προσωπική συνάντηση με τον πάσχοντα’, ‘συντροφική συνεργασία κατά την ανάπτυξη κοινών στόχων’, ‘αλληλεγγύη’, ‘αναγνώριση της προσωπικής ευθύνης της ασθένειας και της υγείας’, φαίνεται για τους συντάκτες της απάντησης της ΕΨΕ ότι “δεν συνάδουν με τον επιστημονικό λόγο” και αποτελούν “μυθιστορηματικού τύπου περιγραφές”.

Όμως, ακόμα κι΄ αν αξιοποιήσει κανείς την από ετών διακηρυγμένη επιστημονική θέση περί βιο-ψυχο-κοινωνικού μοντέλου, σε ποιο σημείο στην απάντηση της ΕΨΕ διακρίνει κανείς την παραμικρή νύξη περί ψυχο-κοινωνικών διαστάσεων; Ακόμα και σ’ αυτή την άκρως αμφιλεγόμενη σύγκριση των ψυχιατρικών διαταραχών με νόσους όπως ο σακχαρώδης διαβήτης και οι καρδιοπάθειες, πού έχει δει κανείς την παραμικρή νύξη, πχ, για ιατρογένεση;

Είναι δυνατόν η βία να αναπαραγάγει βία; Είναι δυνατόν, στη βάση ενός πιο διαλεκτικού τρόπου σκέψης, να δει κανείς πώς εργαζόμενος και νοσηλευόμενος αναπαράγουν την διάχυτη επιθετικότητα ενός βίαιου θεσμού; Και πάλι, όμως, αν μια τέτοια διάθεση υπήρχε, θα το είχαμε αντιληφθεί σε κάποιο από τα συνέδρια που κατά καιρούς διοργανώνει η ΕΨΕ, όπου, αντίθετα, κυριαρχούν οι βιτρίνες των φαρμακευτικών εταιρειών και η έμμεση προώθηση των νέων προϊόντων που αυτές λανσάρουν.

Αν τελικά θέλει κανείς να μιλήσει για ένα απαρτιωμένο βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο δεν μπορεί να μένει στα λόγια. Υπάρχει έγκριτη και σοβαρή βιβλιογραφία που αφορά τη μη βίαιη παρέμβαση στην κρίση, υπάρχουν δεκάδες παραδείγματα και μοντέλα αποκλιμάκωσης και μη βίαιης επικοινωνίας και φυσικά υπάρχουν και στον ελλαδικό χώρο παραδείγματα όπου δομές ελαχιστοποίησαν τη βία και επιδίωξαν να δημιουργήσουν ένα πραγματικά θεραπευτικό περιβάλλον, όπου το φάρμακο αποτέλεσε μέρος της πρακτικής της και όχι τη μόνη αντιμετώπιση. Τελικά, αυτό που γεννά το στίγμα είναι η αφαίρεση από έναν άνθρωπο της ιστορικότητάς του και η αναγωγή του σε μια σειρά συμπτωμάτων και συμπεριφορών που διαβάζονται μονόδρομα και γραμμικά.

Προτιμήσαμε στην ανακοίνωσή μας να θέσουμε ερωτήματα. Η ΕΨΕ, που ‘ξέρει’, έδωσε ‘απαντήσεις’. Θα υπενθυμίσουμε στην ΕΨΕ ότι μιλώντας περί επιστημονικού λόγου τα τελευταία χρόνια, όλο και πιο ανοικτά υποστηρίζεται η ανάγκη να εγκαταλειφθούν τα θέσφατα και η εικονολατρία και να προχωρήσει η επιστημονική σκέψη σε μια πιο συνθετική και απαρτιωτική προσέγγιση των φαινομένων. Αλλά αυτό θα σήμαινε, βεβαίως, και κάποιους επαναπροσδιορισμούς στη σχέση μας με την παντοδυναμία του φαρμάκου (και άρα των παραγωγών του) και των γενετικών ερμηνειών, όπως και σ’ έναν επαναπροσδιορισμό της δικής μας θέσης και αβεβαιότητας. Ίσως, όμως, μόνο αν αντιληφθούμε την αδυναμία μας θα μπορέσουμε να προσεγγίσουμε πραγματικά σαν άνθρωποι άλλα υποκείμενα που δυσφορούν, σε μια πραγματικά θεραπευτική συνάντηση. Αλλά αυτό, που σε αντίθεση με τα παραπάνω δεν γνωρίζουμε πού πιστοποιείται βιβλιογραφικά, μάλλον θα προϋπόθετε να κατεβούμε από τους θρόνους μας.

 6/12/2017

 

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’ ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΨΥΧΙΚΗ ΥΓΕΙΑ

 

 

 

 

ΓΙΑ ΠΟΙΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΙΛΑΜΕ;

Η αναφορά στη «διασφάλιση των δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών» έχει καταλήξει να αποτελεί τον απαραίτητο “μαϊντανό” στους καταστατικούς σκοπούς των φορέων (Οργανισμών, Επιτροπών, Ενώσεων κά), που δραστηριοποιούνται στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Πρόσφατο παράδειγμα αποτελεί η ανακοίνωση – απάντηση του ΔΣ της ΕΨΕ (Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία) σε δημοσίευμα -έρευνα του «Δικτύου Ψ για τα Δικαιώματα» σχετικά με τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς Χ.Δ. στο 7ο Τμήμα του ΨΝΑ.

Πριν αναφερθούμε στα γεγονότα ας δούμε δυο στοιχεία που θεωρούμε σημαντικά:
α) το άρθρο 2 δ´ του καταστατικού της ΕΨΕ, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, που αφορά στους σκοπούς της ΕΨΕ, στο οποίο διαβάζουμε: «2. Σκοπός της Εταιρείας είναι […] δ) Η προάσπιση των δικαιωμάτων των ψυχικά πασχόντων με κατ´ εξοχή γνώμονα το σεβασμό της προσωπικής του αξιοπρέπειας και των ατομικών τους δικαιωμάτων (τήρηση του απορρήτου, παρέμβαση υπέρ αυτών κλπ) […]»,
β) τη σύνθεση του ΔΣ της ΕΨΕ στο οποίο συμμετέχουν μεταξύ άλλων ο θεράπων ιατρός του ασθενούς Χ.Δ. και ένας ακόμη ιατρός επιμελητής στο Τμήμα του προαναφερόμενου ιατρού-διευθυντή.

Συγκεκριμένα, η έρευνα του «Δικτύου Ψ για τα Δικαιώματα» δημοσιεύθηκε στις 27-10-2917 στην Εφημερίδα των Συντακτών και αφορά τις συνθήκες νοσηλείας του ασθενούς Χ.Δ., ο οποίος, όπως προαναφέραμε, νοσηλεύεται στο 7ο Τμήμα του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Στην έρευνα αυτή, λοιπόν, περιγράφονται εκτός των άλλων και δύο σοβαρά γεγονότα τα οποία προσβάλλουν βάναυσα τα δικαιώματα των ψυχικά ασθενών.
– Το πρώτο, αφορά την απομόνωση του ασθενή Χ.Δ. για χρονικό διάστημα 25 μηνών.
– Το δεύτερο, αφορά το απαράδεκτο αίτημα δυο ψυχιάτρων του ΨΝΑ, οι οποίοι ζήτησαν, με ένορκες καταθέσεις τους, από τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών να κινηθεί σε βάρος των γονέων του ασθενούς Χ.Δ. η διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας.
Να επισημάνουμε ότι τα εν λόγω γεγονότα επιβεβαιώνονται και στην από 17-11-2017 Έκθεση της Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Ψυχικά Ασθενών του ΥΥ.

Όταν το ΔΣ της ΕΨΕ πληροφορήθηκε την ανωτέρω έρευνα, αφού παρέκαμψε τεχνιέντως, ως ανύπαρκτες, τις ανωτέρω σοβαρές παραβιάσεις των δικαιωμάτων του ασθενούς Χ.Δ. και της αξιοπρέπειας των γονέων του, εξέδωσε, υπό την προαναφερόμενη σύνθεσή του, την από 28-11-2017 ανακοίνωση η οποία «περί άλλων τυρβάζει», παραβιάζοντας κατάφορα, εκτός των άλλων, και τον καταστατικό σκοπό της ΕΨΕ.
.
Feliz Navidad

2-12-2017

Κατασκευάζοντας τον επικίνδυνο ασθενή

 

Υπάρχουν μικρές ιστορίες που εκτυλίσσονται μαζί με τις μεγάλες, ιστορίες που περνάνε στα κρυφά ή τις σκεπάζει η σιωπή μπροστά στον εκκωφαντικό θόρυβο των μεγάλων αφηγήσεων. Κι όμως οι μεν δεν μπορούν να ειδωθούν ξέχωρα από τις δε. Την τελευταία οκταετία ο ψυχιατρικός θεσμός συνιστά έναν από τους κατεξοχήν τόπους όπου χιλιάδες μικρές αφηγήσεις αντανακλούν την ευρύτερη κυρίαρχη αφήγηση, αυτή της βαθιάς οικονομικής, πολιτικής και κοινωνικής κρίσης. Επιλέγοντας μια ιστορία από τις χιλιάδες θα επιδιώξουμε να διερευνήσουμε τη “σειρά συμβάντων της καριέρας ενός ασθενή”, να παρουσιάσουμε γεγονότα που αναδεικνύουν πώς προοδευτικά ένα πρόσωπο που χρειάζεται κάποιου τύπου βοήθεια, ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζεται αρχικά ως ένα υποκείμενο το οποίο ο ψυχίατρος έχει αποστολή να θεραπεύσει μετασχηματίζεται και προσαρμόζεται σε μια κατάσταση ως “αντικείμενο της βίας”.

Ο Δ. νοσηλεύεται από το 2010 στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής έχοντας με βάση το άρθρο 69 του ποινικού κώδικα κριθεί ως ακαταλόγιστος για το θάνατο του θείου του. Από την ηλικία των τριών ετών έχει διαγνωστεί με κροταφική επιληψία και θεωρείται “φαρμακοεξαρτημένος”. Στο σπίτι από την παιδική του ηλικία υπάρχουν στιγμές έντασης και διαπληκτισμών. Ο Δ. περιγράφεται από τους γονείς του ως ένα απρόβλεπτο παιδί που κάποιες φορές συγκρούεται μαζί τους “όπως όλα τα παιδιά”. Η επιθετικότητά του περιορίζεται προς τα μέλη του στενού οικογενειακού του κύκλου με εκρήξεις θυμού και σπανιότερα βίας. Οι περιστασιακές του φυγές δε συνοδεύονται από επεισόδια βίας.

Η νοσηλεία του ξεκινάει σε ένα τμήμα του Ψ.ΝΑ χωρίς η παραμονή του σε αυτό να διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους ασθενείς που νοσηλεύονται με βάση το άρθρο 69 και διάγει μια μάλλον “φυσιολογική” νοσηλεία, κατά τη διάρκεια της οποίας συμπεριλαμβάνονται και έξοδοι από το Ψ.Ν.Α. για το σπίτι του. Προοδευτικά για λόγους που δε γνωρίζουμε αν ποτέ διερευνήθηκαν επαρκώς ξεκινάει μια αντιπαράθεση μεταξύ γονιών και μέρους του προσωπικού του νοσοκομείου. Από τη μια καταγγελίες για βία προς τον γιο και απαξιωτική συμπεριφορά από τους γιατρούς και από την άλλη διαμαρτυρίες για ελλιπή συνεργασία. Μέσα σε αυτό το σκηνικό ο Δ. εμφανίζεται όλο και πιο εκνευρισμένος, όλο και πιο “απρόβλεπτος”. Παρ’ όλα αυτά συνεχίζει να βγαίνει έξω μόνος του και σε καμία έξοδό του δεν αναφέρεται βίαιο συμβάν. Συμμετέχει σε εργοθεραπευτικές συνεδρίες και διατηρεί μια καλή σχέση με τη θεράπουσα ψυχίατρο. Μια μέρα βρίσκεται από τους γονείς του χτυπημένος ενώ το προσωπικό ισχυρίζεται ότι “τα έκανε μόνος του”. Μπαίνει σε απομόνωση σε ένα δωμάτιο όπου του παρέχονται κάποιες υποτυπώδεις ανέσεις. Συχνά περιορίζεται στο κρεβάτι του (μηχανική καθήλωση με ιμάντες). Παράλληλα, σε μια αδιανόητη κίνηση δύο ψυχίατροι ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων σε ψυχιατρική κλινική. Πράγματι το Νοέμβριο του 2013 οι γονείς του μεταφέρονται συνοδεία περιπολικών για ψυχιατρική εκτίμηση με το ερώτημα αν χρήζουν νοσηλείας και κρίνεται ότι δε συντρέχει τέτοιος λόγος.

Προοδευτικά γύρω από τον Δ. η ιδρυματική λογική ξεδιπλώνει την απόλυτη ισχύ της. Η όποια ευελιξία απαιτείται στη συνάντηση με το λεγόμενο “δύσκολο περιστατικό” εκμηδενίζεται. Οι απαντήσεις δίνονται μηχανικά σχεδόν αυτοματοποιημένα. Το ψυχιατρείο αναγάγεται σε ένα χώρο τεράστιας αντιπαράθεσης. Κάθε συμβάν διαβάζεται μονόδρομα, αποδιδόμενο ευθέως σε ψυχοπαθολογικά μοτίβα άλλοτε του ασθενούς και άλλοτε της οικογένειάς του, η οποία και αυτή με τη σειρά της θα αντιδράσει δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο όπου είναι αδύνατο να διακριθεί μια αρχή, ίσως γιατί απλούστατα δεν υπάρχει. Ο κύκλος της βίας είναι έτοιμος να πυροδοτηθεί ανά πάσα στιγμή. Αρκεί ένα τυχαίο συμβάν, μια ασυνήθης κατάσταση που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες θα πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις. Κι αυτό το τυχαίο συμβάν δεν ήταν άλλο από τη φωτιά που ξέσπασε στο Ψ.Ν.Α. και οδήγησε στο φρικτό θάνατο τριών ανθρώπων από ασφυξία, όλων δεμένων στα κρεβάτια τους, γιατί προφανώς ανήκαν στην κατηγορία των “δύσκολων περιστατικών”.

Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτοί οι τρεις θάνατοι έρχονται να προστεθούν σε μια αλυσίδα θανάτων: έξι θάνατοι νοσηλευομένων στο Δαφνί από τον Ιούνιο του 2014 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2015. Σε μια μόλις χρονιά το ψυχιατρικό κατάστημα «μέτρησε» μια αυτοκτονία, μια ανθρωποκτονία σε βάρος δεμένου ασθενούς από άλλο ασθενή, τον τριπλό θάνατο από την πυρκαγιά, αλλά και έναν θάνατο ασθενούς που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει, εν συνεχεία το έσκασε και βρέθηκε τελικά νεκρός έξω από το ψυχιατρείο. Τα περιστατικά αυτά σε συνδυασμό «με τις επανειλημμένες καταγγελίες προς την Ειδική Επιτροπή του Υπουργείου Υγείας για παραβίαση των δικαιωμάτων των νοσηλευομένων δικαιούται να υποστηριχθεί ότι το ΨΝΑ ως οργανισμός βρίσκεται σε κρίση», αναφέρει η έκθεση της, σε γενικές γραμμές άχρωμης, Ειδικής Επιτροπής Ελέγχου Προστασίας των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Ψυχικές Διαταραχές.

Προοδευτικά το όλο σκηνικό θυμίζει σύγκρουση, όπου ο καθένας χρησιμοποιεί όσα όπλα έχει διαθέσιμα: εισαγγελικές εντολές, εξώδικα, μηνύσεις και τιμωρητικά μέτρα όλα σε ένα γαϊτανάκι αναζήτησης και απόδοσης ευθυνών. Πιθανότατα ωθούμενη από την κατακραυγή για τους θανάτους η Διοίκηση του νοσοκομείου σπεύδει να πάρει θέση στην αντιπαράθεση που έχει ξεσπάσει ανάμεσα σε γονείς και μέρος του προσωπικού. Τα όποια θεραπευτικά πλάνα προοδευτικά μετασχηματίζονται σε φυλακτικά μέτρα επιτήρησης και περιορισμού. Στον Δ. επιβάλλονται περιοριστικά μέτρα. Χωρίς καμιά προοπτική, χωρίς κανένα πλάνο ο εγκλεισμός του Δ. εντείνεται. Παραμένει επί πάνω από δύο χρόνια σε απομόνωση, χωρίς καμιά δραστηριότητα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης παρά το γεγονός ότι ο θεράπων ιατρός του θεωρεί την κλινική του κατάσταση του σχετικά σταθεροποιημένη. Αναφορές μιλάνε για απόπειρες αυτοκτονίας και αυτοκαταστροφής.

Ο πατέρας καταγγέλλει: «Τον έχουν σε πλήρη και παρατεταμένη απομόνωση επί 9μηνου περίπου, σε μπουντρούμι ολίγων τετραγωνικών μέτρων, χωρίς παράθυρο, με καγκελωτό φεγγίτη με σήτα, σιδερένια πόρτα με καγκελωτό παραθυράκι ολίγων εκατοστών. Του έχουν στερήσει όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Κάποιοι από αυτούς τον εξύβριζαν χυδαιότατα, τον απειλούσαν, τον χτυπούσαν αλύπητα με χέρια και πόδια στο σώμα και το χειρουργημένο κεφάλι του, τον έσερναν στο δάπεδο σαν αρνί σε σφαγείο, τον δέσμευαν στην κλίνη του και στα 4 άκρα. Ο γιος μου μόνος προσπαθούσε απεγνωσμένα αμυνόμενος να διαφύγει για να μην υποστεί τα βασανιστικά μαρτύρια των παρατεταμένων απομονώσεων, πολυήμερων δεσμεύσεων επί κλίνης στα 4 άκρα, σε μια περίπτωση τραυματισμένος στο κεφάλι για 11 συνεχόμενες ημέρες από τον νοσηλευτή Ν.Κ κατόπιν εντολής της Διευθύντριας Ψυχιατρικής Ε.Μ, αφαίρεσης όλων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του”.

Προφανώς λοιπόν και δεν παρέχεται κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης και η μόνη θεραπεία του είναι φαρμακευτική. Παράλληλα η Διοίκηση προτιμά να παίξει το ρόλο της απαντώντας με εξώδικα προς του γονείς για τη μη τήρηση του επισκεπτηρίου, για τη μη συνεργασία τους κοκ. Αντί να αποτελέσει το θεματοφύλακα των κατοχυρωμένων ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Δ. και της λειτουργίας μιας πολυκλαδικής θεραπευτικής ομάδας, με στόχο μια παρέμβαση όχι προς αλλά μαζί με τον άμεσα ενδιαφερόμενο και τους γονείς, προσλαμβάνει ειδικό φυλακτικό προσωπικό (security). Όμως θα επισημάνουμε και πάλι πως κανένα εξατομικευμένο θεραπευτικό πρόγραμμα ψυχοκοινωνικής αποκατάστασης δεν μπορεί να είναι πλάνο φύλαξης. Αν στο νόημα της φύλαξης εμπεριέχεται επιτήρηση και όχι φροντίδα, νοιάξιμο και άνοιγμα σε μια διεργασία χειραφέτησης, το Ψ.Ν.Α θα παραμένει ένας όλο και πιο κατασταλτικός οργανισμός. Γιατί θα συμφωνήσουμε ότι υπάρχει ανάγκη φύλαξης: όχι όμως με το νόημα της επιτήρησης και του ελέγχου του Δ. αλλά δια-φύλαξης της ανθρωπιάς και της χειραφετητικής διαδικασίας τόσο για το Δ. όσο και για όλους τους εμπλεκόμενους.

Για άλλη μια φορά όλοι μιλάνε για τον “επικίνδυνο” Δ.. Αγνοώντας τις δεκάδες φωτιές που ανάβουν στο Ψ.Ν.Α. κάθε χρόνο για πολλούς και διαφορετικούς λόγους (πχ από ξεχασμένα τσιγάρα σε στρώματα κρεβατιών), απαλείφοντας κάθε δυνατότητα να διαβαστούν τα πολλαπλά επίπεδα του “τυχαίου συμβάντος”, Σωματείο εργαζομένων, ψυχίατροι και Διοίκηση αναγάγουν για άλλη μια φορά τη συζήτηση στο πρόσωπο του ασθενούς και την “επικινδυνότητα”.

Πώς όμως μπορεί κανείς να μιλήσει για την κρίση, τη δυσκολία, την “ακραία” συμπεριφορά ενός ανθρώπου αν δε μιλήσει παράλληλα για την κρίση, τη δυσκολία και την “ακραία” συμπεριφορά του συστήματος που το εμπεριέχει; Πώς είναι δυνατό να αναπτυχθεί οποιαδήποτε θεραπευτική σχέση όταν η βία κυριαρχεί, η διάχυτη επιθετικότητα μετασχηματίζεται σε μέτρα επιτήρησης κι όταν οι θεράποντες ιατροί ζητούν τον εγκλεισμό των γονέων του ασθενή; Πώς είναι δυνατόν ένα σύστημα να είναι θεραπευτικό όταν δεν μπορεί να ακούσει τη δυσκολία παρά απαντά με θυμό και βία; Πώς μια συμπεριφορά που στο σπίτι ήταν επιθετική και απρόβλεπτη αλλά διαχειρίσιμη καταλήγει επικίνδυνη και τελικά μη διαχειρίσιμη με τον ασθενή να παραμένει για μεγάλο διάστημα δεμένος στο κρεβάτι του; Παίζει ρόλο για αυτή την κατάληξη το ιδρυματικό και φυλακτικό περιβάλλον και η απουσία στοιχειώδους εκπαίδευσης αποκλιμάκωσης των κρίσεων και μη βίαιης επικοινωνίας; Μήπως αν δεν υπήρχε η διάδραση με την οικογένεια ο Δ δεν θα είχε αναχθεί σε «επικίνδυνο», καθώς θα είχαν εφαρμοστεί πάνω του, και δια βίου, οι συνήθεις κατασταλτικές πρακτικές χωρίς κανένας να διαμαρτύρεται και να τις αμφισβητεί;

Ούτε οι ψυχίατροι ούτε το περιβάλλον του μπορεί να θεωρηθούν υπεύθυνοι για την “επικινδυνότητα”. Η μόνη ευθύνη που αναγνωρίζεται είναι αυτή του ασθενούς και της ασθένειας του που δοκιμάζει τα όρια των βιολογικών και κατασταλτικών δυνατοτήτων του συστήματος καθώς η αρρώστια δε τιθασεύεται, δε δαμάζεται και ο άρρωστος δε συνεργάζεται. Βαθμιαία ένα πρόσωπο που μπορούσε να ζει σε μια γειτονιά με τις όποιες ιδιαίτερες ανάγκες και δυσκολίες αντιμετώπιζε, μεταμορφώνεται σε ένα τέρας: «Εγώ προσωπικά τον φοβάμαι και αύριο που εφημερεύω το σκέφτομαι με τρόμο», αναφέρει η Σ.Χ. ψυχίατρος. Κι είναι αυτός ο φόβος που χτίζει προοδευτικά τον ένα τοίχο μετά τον άλλο, που αντικαθιστά την “ευθύνη για” με την “ευθύνη σε».

Γνωρίζουμε ότι το ψυχιατρείο, από καταβολής του τόπος εγκλεισμού και αποσιώπησης, αποτέλεσε και αποτελεί ένα χώρο εκμηδένισης του νοήματος, μια “no man’s land”, ένα χώρο που εξωθήθηκε ο “Άλλος”, ο ξένος, αυτός που αποκλίνει προκειμένου να διαφυλαχτεί η κοινωνική τάξη και ασφάλεια, καθώς οι όποιες θεραπευτικές προεκτάσεις που ενδεχομένως το προσωπικό ενστερνίζεται ή επιδιώκει αλλοιώνονται και εκμηδενίζονται μπροστά στη θεσμικό του χαρακτήρα, που περιλαμβάνει τη δυνατότητα περιχαράκωσης σε κλειστούς χώρους και την εφαρμογή ειδικών καθεστώτων. Για εμάς είναι σαφές πως τα όσα εκτυλίσσονται εντός των τοίχων του ιδρύματος απηχούν τις αντιφάσεις και τα όρια ενός συστήματος που δεν μπορεί να διαγνώσει παρά μόνο ψυχιατρικές ετικέτες , διερευνώντας και παράλληλα κατασκευάζοντας “επικίνδυνους” ασθενείς καθώς η θεραπευτική συνάντηση είναι αδύνατο να επιτευχθεί αν δεν αρθούν τα δεσμά που δένουν εργαζόμενους και κυρίως ασθενείς (τους τελευταίους και με μηχανικά δεσμά) σε μια λογική “τεχνικής βίας”. Φαίνεται όμως πως κατασκευάζοντας «επικίνδυνους ασθενείς» κατασκευάζεται και ο χώρος για τη δημιουργία νέων κατασταλτικών θεσμών, ειδικών χώρων αποκλεισμού και επιτήρησης, θεσμών που στο πνεύμα της εποχής συγκροτούν απαντήσεις ελέγχου και όχι ελευθερίας, εγκλεισμού και όχι χειραφέτησης. Αν θέλουμε να μιλάμε για θεραπεία δεν μπορούμε να μιλάμε παρά για ελευθερία που θα προασπίζει τα δικαιώματα κάθε ανθρώπου που έχει βρεθεί σε ψυχική δυσφορία, δηλαδή εν δυνάμει του καθενός από εμάς.

25/10/2017

 

ΔΙΚΤΥΟ ‘Ψ’  ΓΙΑ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ

Παρέμβαση για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία

 

 

 

 

 

 

Επόμενη συνάντηση της «Πρωτοβουλίας», στις 29/9/17, ώρα 19.00

Η επόμενη συνάντηση της «Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία», η πρώτη μετά το φετεινό καλοκαίρι, θα γίνει την Παρασκευή, 29/9/17, στις 19.00, στον χώρο του «Δικτύου Hearinig Voices», Τροίας  44 (κοντά στην πλ. Βικτωρίας).
 .
Υπάρχουν προς συζήτηση πολλά ζητήματα που προέκυψαν από αιτήματα, μέσα στο καλοκαίρι, προς το «Δίκτυο ‘Ψ’ για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία».
.
Επίσης, οι τρέχουσες εξελίξεις, καθώς και μια πρώτη συζήτηση για διάφορες δράσεις της «Πρωτοβουλίας».
 .

 

.
.
.
.
.
.

Κάλεσμα της «Πρωτοβουλίας Ψ» και του «Δικτύου ‘Ψ'» – Παρασκευή 14/7, ώρα 19.00

.

Καλούμε όλες και όλους σε μια τελευταία, γι΄αυτή την περίοδο, συνάντηση της «Πρωτοβουλίας για ένα Πολύμορφο Κίνημα στην Ψυχική Υγεία«, από κοινού με την ομάδα του «Δικτύου ‘Ψ’ για τα Δικαιώματα στην Ψυχική Υγεία«, την Παρασκευή, 14 Ιουλίου 2017, ώρα 19.00, στο χώρο της οδού Τροίας 44.
.
Για μιαν αποτίμηση της ημερίδας της 23ης Ιουνίου που έγινε για την ανοιχτή παρουσίαση του «Δικτύου ‘Ψ'» και συζήτηση πάνω στις νέες ανάγκες που προκύπτουν και στα πρακτικά ζητήματα που τίθενται για την λειτουργία του Δικτύου, όπως και για την λειτουργία και τις δράσεις της «Πρωτοβουλίας ‘Ψ'» γενικότερα.
.

Θα γίνει, επίσης, μια ενημέρωση για διάφορες εξελίξεις που ‘τρέχουν’ στο χώρο της ψυχικής υγείας.
.

.
.
.
.
.
.
.
.
.
.